Halsey: Το «The Girl In The Tower» αποκαλύπτει τη rock πλευρά της μέσα από μια εκρηκτική συναυλιακή ταινία
Για τη Halsey, η σκηνή δεν είναι απλώς ένας χώρος όπου ερμηνεύει τα τραγούδια της. Είναι το σημείο όπου μπορεί να αφήσει πίσω κάθε ταμπέλα και να παρουσιάσει χωρίς περιορισμούς την καλλιτέχνιδα που έχει εξελιχθεί με τα χρόνια.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αποτυπώσει το «The Girl In The Tower», η πρώτη επίσημη συναυλιακή ταινία της. Η 75λεπτη παραγωγή δημιουργήθηκε μέσα από διαφορετικές εμφανίσεις της Halsey στην πρόσφατη ευρωπαϊκή φεστιβαλική περιοδεία της και λειτουργεί ως μια συμπυκνωμένη αναδρομή σε 14 χρόνια μουσικής πορείας και πέντε studio albums.
Το αποτέλεσμα απέχει αρκετά από μια συμβατική καταγραφή συναυλίας. Η Halsey μετατρέπει το υλικό σε μια ολοκληρωμένη σκηνική εμπειρία, όπου η pop, το alternative και το rock συνυπάρχουν, ενώ η ένταση παραμένει στα ύψη από την αρχή μέχρι το τέλος.
Από την pop επιτυχία σε μια πιο σκληρή ταυτότητα
Παρότι τραγούδια όπως τα «Closer», «Bad at Love» και «Without Me» την καθιέρωσαν ως μία από τις σημαντικότερες pop παρουσίες της προηγούμενης δεκαετίας, η Halsey δεν έμοιαζε ποτέ να αισθάνεται απόλυτα άνετα μέσα στον παραδοσιακό ορισμό της pop star.
Η καλλιτεχνική της πορεία έχει κινηθεί διαρκώς ανάμεσα σε διαφορετικούς ήχους και αισθητικές, ενώ τα άλμπουμ της έχουν συχνά λειτουργήσει σαν ξεχωριστοί κόσμοι με δική τους αφήγηση.
Το «The Girl In The Tower» ενώνει αυτούς τους κόσμους σε ένα ενιαίο show. Η συναυλία χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια — The Mother, The Maiden, The Mage και They’re Raging at Me — και παρουσιάζει διαφορετικές πλευρές της Halsey μέσα από μια παραγωγή που θυμίζει περισσότερο θεατρικό rock show παρά τυπική pop συναυλία.
«Το κορίτσι στον πύργο κάποτε φώναζε για ώρες, ύστερα φύτεψε έναν κήπο για να μαζεύει τα δικά της λουλούδια», ακούγεται να λέει η Halsey στην αφήγηση που ανοίγει την ταινία.
«Ήρθε όμως το δηλητήριο του καλοκαιριού και έκανε τον καρπό ξινό. Τα δόντια της βυθίστηκαν στη σάρκα. Άρχισε να καταβροχθίζει. Και τότε, σαν να μην είχε φύγει ποτέ, επέστρεψε η δύναμή της. Ευτυχισμένη και πιο δυνατή. Είναι έξαλλοι μαζί μου», συνεχίζει.
Μια παράσταση χωρίς συμβιβασμούς
Η αφήγηση δίνει γρήγορα τη θέση της στο «Nightmare», με φωτιές να περικυκλώνουν τη σκηνή. Το πρώτο κεφάλαιο, The Mother, συνεχίζεται με το «I Am Not a Woman, I’m a God», βάζοντας από νωρίς το κοινό στο κλίμα μιας εμφάνισης που δεν αφήνει χώρο για παθητική παρακολούθηση.
Στο «Castle», η Halsey ανεβαίνει ακόμη περισσότερο σε ένταση. Έχοντας στα χέρια της έναν πυρσό, μετατρέπει το σκηνικό σε ένα σχεδόν πολεμικό τοπίο. Κάποια στιγμή διακόπτει την ερμηνεία, θεωρώντας πως το κοινό δεν έχει δώσει ακόμη όλη την ενέργεια που ζητά.
Ζητά περισσότερα άλματα, περισσότερο headbanging και περισσότερες φωνές. Όταν το τραγούδι ξεκινά ξανά, η αντίδραση του πλήθους κορυφώνεται, πριν η Halsey περάσει σε πιο καθαρά φωνητικά σημεία.
Το δεύτερο μέρος, The Maiden, ανοίγει με το «Dog Years» από το «The Great Impersonator». Η σκηνική εικόνα είναι εξίσου έντονη: μια βαριά αλυσίδα γύρω από τον λαιμό της μοιάζει να τη δένει με τη σκηνή, ενώ εκείνη βρίσκεται στην κορυφή μιας σκάλας.
Η αίσθηση εγκλωβισμού υποχωρεί καθώς ακολουθούν τα «You Asked for This» και «Experiment on Me». Το κοινό συμμετέχει δημιουργώντας τεράστιους κύκλους, ενώ η Halsey το παροτρύνει να διευρύνει ακόμη περισσότερο τον χώρο.
Ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές βρίσκεται και η rock εκδοχή του «Closer». Το τραγούδι που αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες pop επιτυχίες της καριέρας της αποκτά εδώ διαφορετική ενέργεια, υπενθυμίζοντας πόσο άνετα κινείται πλέον η Halsey σε έναν πιο σκληρό ήχο.
Οι διαφορετικοί κόσμοι της Halsey
Το The Mage μεταφέρει την ταινία σε μια πιο σκοτεινή και μυστηριακή ατμόσφαιρα. Το «The Lighthouse» παρουσιάζει τη Halsey ως μια σειρήνα που οδηγεί τους ναυτικούς στον θάνατο, ενώ ακολουθούν τα «Colors», «Without Me» και «Hurricane».
Οι συγκεκριμένες ερμηνείες λειτουργούν σαν διαφορετικά κεφάλαια μιας μεγαλύτερης ιστορίας, με θέματα όπως η εξουσία, η αυτοκαταστροφή και η ανάγκη για λύτρωση να επανέρχονται μέσα από τα τραγούδια.
Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο στοιχείο της συναυλιακής ταινίας: η Halsey δεν παρουσιάζει απλώς τραγούδια από διαφορετικές περιόδους της καριέρας της. Τα τοποθετεί το ένα δίπλα στο άλλο και επιτρέπει στις διαφορετικές εκδοχές του εαυτού της να συνομιλήσουν.
Η νεότερη Halsey του «Badlands» συναντά την καλλιτέχνιδα που αναζητούσε έλεγχο και δύναμη στο «If I Can’t Have Love, I Want Power», ενώ όλα αυτά συνδέονται με την πιο ώριμη προσέγγιση του «The Great Impersonator».
Το τέταρτο άλμπουμ της, «If I Can’t Have Love, I Want Power», είχε ήδη αποτελέσει μια σημαντική καλλιτεχνική στροφή. Η Halsey συνεργάστηκε με τους Trent Reznor και Atticus Ross, οι οποίοι διαμόρφωσαν έναν πιο επιθετικό rock ήχο, ταιριαστό με τα θέματα του δίσκου, όπως η μητρότητα, η αγάπη, η εξουσία και ο φόβος.
Πέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, η πρεμιέρα του «The Girl In The Tower» στο YouTube αποκτά έτσι έναν συμβολικό χαρακτήρα. Η ταινία μοιάζει να επιστρέφει σε εκείνη την περίοδο, αλλά μέσα από τη σημερινή οπτική της Halsey.
Όταν η προσωπική διαδρομή γίνεται σκηνικό
Το «The Great Impersonator» δημιουργήθηκε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την Halsey, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και είχε φτάσει να σκέφτεται πως ίσως αποτελούσε την τελευταία της μουσική δουλειά.
Στο «The Girl In The Tower», αυτές οι διαφορετικές φάσεις δεν παρουσιάζονται απομονωμένες. Συνυπάρχουν σε ένα πρόγραμμα που δείχνει πόσο έχει αλλάξει η Halsey, χωρίς η ίδια να χρειάζεται να εξηγήσει την καλλιτεχνική της ταυτότητα.
Πριν από τη συγκεκριμένη φεστιβαλική περιοδεία, η τραγουδίστρια είχε ολοκληρώσει την «For My Last Trick Tour», η οποία βασίστηκε στο «The Great Impersonator». Αρχικά υπήρχε η πρόθεση να καταγραφεί εκείνη η περιοδεία σε συναυλιακή ταινία, όμως προβλήματα στην παραγωγή οδήγησαν στην ακύρωση του σχεδίου.
Το «The Girl In The Tower» προέκυψε τελικά ως κάτι διαφορετικό. Δεν επιχειρεί να αντικαταστήσει εκείνο το project, αλλά να παρουσιάσει τη Halsey μέσα από την ενέργεια των φεστιβαλικών εμφανίσεών της.
Εκεί βρίσκεται και η δύναμή του. Σε ένα φεστιβάλ, ο καλλιτέχνης δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε ανθρώπους που έχουν αγοράσει εισιτήριο για να τον δουν. Πρέπει να κερδίσει και θεατές που μπορεί να βρέθηκαν μπροστά στη σκηνή τυχαία.
Η ταινία κάνει ακριβώς αυτό: παρουσιάζει τη Halsey ως performer που μπορεί να σταθεί με την ίδια ένταση μπροστά σε ένα κοινό που ήδη τη γνωρίζει και σε κάποιον που δεν έχει αντιληφθεί μέχρι σήμερα όλο το εύρος της σκηνικής της παρουσίας.
Η εκρηκτική ολοκλήρωση
Το τελευταίο κεφάλαιο, They’re Raging at Me, κορυφώνεται με το «Lonely Is the Muse». Το τραγούδι αποτελεί ιδανικό φινάλε για μια ταινία που από την αρχή έχει χτίσει την εικόνα μιας Halsey πιο άγριας, πιο ελεύθερης και πιο κοντά στο rock στοιχείο της.
«Χτίστηκα από ξεχωριστά κομμάτια που έμαθα πώς να ξεβιδώνω», τραγουδά. «Και μπορώ πάντα να τα συναρμολογήσω ξανά ώστε να ταιριάζουν τέλεια σε εσένα ή σε οποιονδήποτε αποφασίσει ότι είμαι χρήσιμη», συνεχίζει.
Η εικόνα του κοριτσιού στον πύργο λειτουργεί τελικά ως μεταφορά για ολόκληρη την καλλιτεχνική της πορεία. Δεν πρόκειται πλέον για μια γυναίκα που περιμένει να απελευθερωθεί από κάποιον εγκλωβισμό. Έχει μετατρέψει τον ίδιο τον πύργο σε σημείο από το οποίο μπορεί να κοιτάξει τον κόσμο και να αποφασίσει η ίδια ποια θέλει να είναι.
Το «The Girl In The Tower» είναι, επομένως, κάτι περισσότερο από μια συλλογή συναυλιακών στιγμών. Είναι μια νέα ανάγνωση της διαδρομής της Halsey, μέσα από τη μουσική, την εικόνα και την ακατέργαστη ενέργεια της σκηνής.
Και αν κάποτε η pop star ήταν ο χαρακτηρισμός που συνόδευε αναπόφευκτα το όνομά της, η συγκεκριμένη ταινία δείχνει ξεκάθαρα πως η Halsey έχει πλέον δημιουργήσει έναν δικό της χώρο — πολύ πιο σκοτεινό, πιο τολμηρό και αναμφισβήτητα rock.